Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ - Διήγημα του Μίλαν Κούντερα

Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ - Φωτογραφικό Πορτρέτο του Μίλαν Κούντερα
Φωτογραφικό Πορτρέτο του Μίλαν Κούντερα

Περιεχόμενα

Ο Συγγραφέας & το Έργο του

Το διήγημα Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ του Μίλαν Κούντερα (Milan Kundera – 1 Απριλίου 1929) περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα με τίτλο Κωμικοί Έρωτες. Η συλλογή συγκροτεί το δεύτερο βιβλίο του Κούντερα, και κυκλοφόρησε στην πάλαι ποτέ Τσεχοσλοβακία το 1969, από τον πάλαι ποτέ εκδοτικό οίκο Československý Spisovatel.

Ο σημαντικός λογοτέχνης Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στην πόλη Μπρνο, της σημερινής Τσεχίας, σε επιφανή αστική οικογένεια. Αρχικά διδάχθηκε πιάνο από τον πατέρα του Λούντβιχ Κούντερα (1891-1971), ο οποίος υπήρξε εξαίρετος μουσικολόγος και πιανίστας, και κατόπιν σπούδασε μουσικολογία και σύνθεση.

Εισήχθη στην Σχολή Καλών Τεχνών, στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα, στο τμήμα Λογοτεχνίας και Αισθητικής. Σύντομα μετεγγράφηκε στη Σχολή Κινηματογράφου της Ακαδημίας Θεάματος της Πράγας όπου και παρακολούθησε διαλέξεις στη σκηνοθεσία και στη σεναριογραφία.

Αρχικά αφοσιωμένος κομμουνιστής στην κομματική γραμμή και κατόπιν μεταρυθμιστής, παράτησε οριστικά την «υπαρκτή ουτοπία» του δήθεν σοσιαλισμού και μετανάστευσε – χωρίς να παρεμβληθούν εμπόδια από το Τσεχοσλαβάκικο καθεστώς – το 1975 στην Γαλλία. Ωστόσο τρία χρόνια μετά, οι Τσεχοσλοβάκικες αρχές, συμμετέχοντας στο χαρμόσυνο γεγονός της έκδοσης του βιβλίου του Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης, του αφαίρεσαν την ιθαγένεια.

Εκτός από το Κωμικοί Έρωτες, ο Κούντερα έχει συγγράψει ακόμα 3 ποιητικές συλλογές, 4 θεατρικά έργα, 10 δοκίμια και 10 μυθιστορήματα, με σημαντικότερα των τελευταίων να είναι:

  • Το Αστείο
  • Το Βαλς του Αποχαιρετισμού
  • Η Ζωή Είναι Αλλού
  • Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης
  • Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι
  • Η Αθανασία
  • Η Άγνοια

Μελανό σημάδι στον βίο του αποτελεί η καταγγελία πως υπήρξε καταδότης τού (μάλλον πράκτορα της Δύσης) Μίροσλαβ Ντβοράτσεκ το 1950, η οποία στοίχησε στον συλληφθέντα μόλις 22 χρόνια φυλάκισης. Η καταγγελία ουδέποτε αποδείχθηκε, ούτε όμως και κρίθηκε οριστικά αβάσιμη.

… Η δική μας ετυμηγορία;

Η Ζωή Είναι Αλλού.

Οι Κωμικοί Έρωτες στην Αβάσταχτη Ελαφρότητά τους

Οι Κωμικοί Έρωτες περιλαμβάνουν διηγήματα των οποίων η συγγραφή απλώνεται σχεδόν σε μια ολόκληρη δεκαετία. Για την ακρίβεια έχουν γραφτεί μεταξύ του 1959 και του 1968, οι δε τίτλοι τους είναι:

  • Κανείς δε θα Γελάσει
  • Το Χρυσό Μήλο του Αιώνιου Πόθου
  • Το Παιχνίδι του Οτοστόπ
  • Το Συμπόσιο
  • Οι Παλιοί Νεκροί να Παραχωρήσουν τη Θέση τους στους Καινούριους
  • Ο Γιατρός Χάβελ Είκοσι Χρόνια Μετά
  • Ο Έντουαρντ και ο Θεός

Ο ίδιος ο Κούντερα αναφέρει, πως η προηγούμενη ενασχόλησή του με την μουσική, την ποίηση και την δραματουργία, δεν του απέφερε ικανοποίηση. Αλλά γράφοντας το πρώτο διήγημα της συλλογής ένοιωσε πως επιτέλους απέκτησε συγγραφική φωνή και ύφος.

Μολονότι οι Κωμικοί Έρωτες πόρρω απέχουν από το κατοπινό στοχαστικού χαρακτήρα έργο του, ωστόσο σπέρματα της προβληματικής του δημιουργού απαντώνται και εδώ: ο έρωτας, η αναζήτηση ταυτότητας, η καθημερινή και φιλοσοφική διάσταση του Είναι και του Φαίνεσθαι.

Ειδικά ο έρωτας έχει την τιμητική του, καθώς ο δημιουργός, σε αυτήν την συλλογή διηγημάτων, στοχεύει κυρίως τον φτερωτό θεό και τις συνέπειες της δράσης του, πασχίζοντας να κατεδαφίσει το ευρέως διαδεδομένο μυθοπλαστικό πλαίσιο που τον περιβάλλει.

Μέσα από την γραφή του, ο έρωτας ως Έρως παραδίδεται στον αναγνώστη ναι μεν γυμνός αλλά συνάμα άοπλος.

Για τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ

Το παιχνίδι -εάν δεν προδίδουμε την σκέψη του Τζέισον Ξενάκη– προϋποθέτει την εθελοντική προσχώρηση και την ανά πάσα στιγμή αυτόβουλη αποχώρηση· και αν στο διήγημα η προσχώρηση είναι όντως εθελοντική, η αποχώρηση παραμένει μετέωρη – εκκρεμεί ή στην προοπτική της ακυρώνεται.

Ένα ζευγάρι εραστών, πηγαίνοντας για διακοπές, επινοεί και εμπλέκεται σε ένα αρχικά συναρπαστικό ερωτικό παιχνίδι. Κατά την διάρκεια όμως του παιχνιδιού τα πράγματα μπερδεύονται, οι δεδομένες ταυτότητες των εραστών κονιορτοποιούνται, η σχέση τους απογυμνώνεται και η θεώρηση του αγαπημένου/ερωτικού Άλλου δίδει μιαν εκρηκτική αναθεωρητική παράσταση.

Με άλλα λόγια το παιχνίδι λαμβάνει μιαν ανεξέλεγκτη τροπή και οι παίχτες καλούνται να πάρουν θέση.

Θα πάρουν;

Όχι, δεν θα πάρουν.

Και κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δημιουργός αναθέτει εντέχνως στον αναγνώστη το καθήκον της γραφής του τέλους του διηγήματος, δίνοντας την δική του εκδοχή για την στάση των παιχτών σε τούτο το παιχνίδι, στο Παιχνίδι τού Ωτοστόπ.

Εμείς απ’ την μεριά μας αναλαμβάνουμε αμέσως πιο κάτω να δώσουμε την κατά Κούντερα εκδοχή της αρχής του παιχνιδιού.

Μίλαν Κούντερα - Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ (1/4)

Η βελόνα του μετρητή της βενζίνης ταλαντεύτηκε ξαφνικά προς το μηδέν και ο νεαρός οδηγός είπε πως είναι τρελό το τι καταβροχθίζει αυτό το σπορ αμάξι. «Μόνο να μη μείνουμε πάλι από βενζίνη» γκρίνιαξε η κοπέλα (γύρω στα είκοσι δύο), και του υπενθύμισε διάφορα μέρη όπου τους είχε ξανασυμβεί η ίδια ιστορία. Ο νεαρός τής είπε πως εκείνον δεν τον νοιάζει, γιατί ό,τι του συνέβαινε μαζί της είχε τη μαγεία της περιπέτειας. Η κοπέλα δεν ήταν της ίδιας γνώμης όποτε μέναν από βενζίνη στις μαύρες ερημιές, περιπέτεια ήταν για εκείνη και μόνο, γιατί αυτός κρυβόταν κι εκείνη έπρεπε να επιστρατεύσει τη γυναικεία της γοητεία, να σταματήσει ένα αυτοκίνητο για να την πάει στο κοντινότερο βενζινάδικο, και μετά να σταματήσει άλλο και να γυρίσει μ’ ένα μπιτόνι βενζίνη. Ο νεαρός είπε πως πρέπει να ήταν πολύ αντιπαθητικοί οι οδηγοί που την έπαιρναν με το αυτοκίνητό τους, αφού μιλούσε έτσι για την αποστολή της, σαν να ‘ταν αγγαρεία. Η κοπέλα απάντησε (με αδέξια φιλαρέσκεια) πως μερικές φορές ήταν και πολύ συμπαθητικοί, αλλά δε γινόταν να επωφεληθεί, έτσι όπως κουβάλαγε το μπιτόνι και έπρεπε να τους αφήσει προτού προλάβουν να ξεκινήσουν οτιδήποτε. «Είσαι ένα τέρας» της είπε. Εκείνη του είπε πως αν κάποιος ήταν τέρας, ήταν εκείνος. ‘Ενας Θεός ξέρει πόσες του έκαναν οτοστόπ όταν ταξίδευε μόνος του! Ο νεαρός, οδηγώντας πάντα, την αγκάλιασε με το ένα χέρι απ’ τους ώμους και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Ήξερε πως τον αγαπάει και τον ζηλεύει.

Μίλαν Κούντερα - Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ (2/4)

Η ζήλια δεν είναι και πολύ συμπαθητικό γνώρισμα, όταν όμως δε γίνεται υπερβολική (όταν συνδυάζεται με μετριοπάθεια), παρ’ όλες τις δυσάρεστες συνέπειες, έχει ίσως και κάτι το συγκινητικό.
Έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν. Γιατί ήταν μόλις είκοσι οχτώ χρονών, αλλά πίστευε πως είναι κιόλας γέρος και φανταζόταν πως ξέρει για τις γυναίκες όλα όσα μπορεί να ξέρει ένας άντρας. Αυτό που του άρεσε ιδιαίτερα στην κοπέλα που καθόταν δίπλα του ήταν ακριβώς αυτό που σπάνια είχε συναντήσει στις γυναίκες: η αγνότητα.
Η βελόνα ήταν ήδη στο μηδέν, όταν πήρε το μάτι του, στα δεξιά του δρόμου, μια πινακίδα που έδειχνε πως υπάρχει βενζινάδικο στα πεντακόσια μέτρα. ‘Ωσπου να πει η κοπέλα πόσο ανακουφισμένη νιώθει, ο νεαρός είχε βγάλει δεξί φλας και πλησίαζε προς τις αντλίες. Αναγκάστηκε όμως να σταματήσει πίσω από ‘να μεγάλο βυτιοφόρο που ήταν ήδη μπροστά στις αντλίες και τις γέμιζε με μια χοντρή μάνικα. «Την πατήσαμε» είπε, και κατέβηκε. «Αργείτε πολύ;» φώναξε στο παιδί με την μπλε φόρμα. «Μισό λεπτάκι.» «Μισό λεπτάκι… το ‘χουμε ξανακούσει αυτό.» Πήγε να καθίσει στο αυτοκίνητο. αλλά είδε πως η κοπέλα είχε βγει από την άλλη πόρτα. «Με συχωρείς» του είπε. «Για πού το ‘βαλες;» τη ρώτησε επίτηδες εκείνος, για να τη φέρει σε αμηχανία. Γνωρίζονταν εδώ κι ένα χρόνο, αλλά εκείνη ακόμα κοκκίνιζε μπροστά του κι εκείνου του άρεσαν πολύ αυτές οι στιγμές της συστολής· πρώτον, επειδή την ξεχώριζαν από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει ώς τότε, δεύτερον, επειδή ήξερε τον οικουμενικό νόμο του εφήμερου, που έκανε πολύτιμη γι’ αυτόν ακόμα και τη συστολή της κοπέλας του.

Μίλαν Κούντερα - Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ (3/4)

Η κοπέλα απεχθανόταν να τον παρακαλάει να σταματήσει μια στιγμή μπροστά σε μια συστάδα δέντρων, γιατί ο νεαρός συνήθως οδηγούσε ασταμάτητα ώρες ολόκληρες. Και την εκνεύριζε κάθε φορά η προσποιητή έκπληξη με την οποία τη ρωτούσε εκείνος γιατί. Το ήξερε κι η ίδια πως ήταν γελοία και παλιομοδίτικη αυτή η συστολή της. Το είχε διαπιστώσει πολλές φορές και στη δουλειά της, όπου την κορόιδευαν γι’ αυτό και την προκαλούσαν επίτηδες. Κοκκίνιζε πάντοτε προκαταβολικά στην ιδέα πως θα κοκκινίσει.
Λαχταρούσε να νιώσει άνετα και ελεύθερα με το σώμα της, χωρίς άγχη, σαν τις περισσότερες κοπέλες που γνώριζε. Είχε μάλιστα επινοήσει μια ειδική μέθοδο αυτοεκπαίδευσης: επαναλάμβανε στον εαυτό της ότι σε κάθε άνθρωπο, όταν γεννιέται, του δίνεται ένα σώμα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα προκατασκευασμένα σώματα, όπως του δίνεται ένα δωμάτιο για να μένει, ολόιδιο με εκατομμύρια άλλα σ’ ένα τεράστιο κτίριο· άρα το σώμα είναι κάτι τυχαίο και απρόσωπο· ένα αντικείμενο ετοιμοπαράδοτο και δανεικό, τίποτ’ άλλο. Αυτό έλεγε και ξανάλεγε σε όλους τους τόνους στον εαυτό της, χωρίς όμως να μπορέσει ποτέ να το αισθανθεί. Της ήταν ξένος αυτός ο δυϊσμός σώματος και ψυχής. Ταυτιζόταν τόσο πολύ με το σώμα της, που της προκαλούσε άγχος.
Το ίδιο άγχος ένιωθε ακόμα και όταν ήταν μ’ αυτόν το νεαρό, με τον οποίο είχε σχέσεις εδώ κι ένα χρόνο και ήταν ευτυχισμένη μαζί του, ίσως επειδή αυτός δεν ξεχώριζε ποτέ την ψυχή της από το σώμα της, οπότε ζούσε μαζί του και με την ψυχή της και με το σώμα της. Σ’ αυτή την ενότητα υπήρχε ευτυχία, αλλά κοντά στην ευτυχία βρίσκεται και η υποψία, κι η κοπέλα ήταν γεμάτη υποψίες.

Μίλαν Κούντερα - Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ (4/4)

Συχνά λόγου χάρη σκεφτόταν πως υπάρχουν άλλες, πιο γοητευτικές γυναίκες (και μάλιστα χωρίς άγχος), κι ο φίλος της, που δεν το ‘κρυβε πως τον ήξερε καλά αυτό τον τύπο γυναικών, μια μέρα θα την παρατούσε για κάποια απ’ αυτές. (Εκείνος βέβαια δήλωνε πως είχε γνωρίσει τόσες, που του έφταναν για όλη του την υπόλοιπη ζωή, αλλά αυτή ήξερε πως είναι πολύ πιο νέος απ’ όσο ένιωθε ο ίδιος.) Τον ήθελε αποκλειστικά δικό της και ήθελε να είναι κι αυτή αποκλειστικά δική του, αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσε να του δώσει τα πάντα τόσο εντονότερα αισθανόταν πως του αρνείται κάτι: αυτό το κάτι που μπορεί να μας το δώσει μια πιο ανάλαφρη και επιφανειακή αγάπη, ένα φλερτ. Τα έβαζε με τον εαυτό της που δεν μπορούσε να συνδυάσει το σοβαρό με το ανάλαφρο.
Εκείνη τη μέρα όμως δεν την ένοιαζε, δε σκεφτόταν τίποτα τέτοιο. Ένιωθε όμορφα. Ήταν η πρώτη μέρα των διακοπών τους (δεκαπέντε μέρες διακοπές που τις περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο), ο ουρανός ήταν γαλανός (ολόκληρο το χρόνο ζούσε με την αγωνία αν θα ‘ναι πραγματικά γαλανός ο ουρανός), κι αυτή ήταν μαζί του. Όταν της είπε εκείνο το «Για πού το ‘βαλες;» κοκκίνισε κι έφυγε τρέχοντας, χωρίς να πει λέξη. Έκανε το γύρο του βενζινάδικου που βρισκόταν στην άκρη του μεγάλου δρόμου μες στις ερημιές· σε καμιά εκατοστή μέτρα (προς την κατεύθυνση που θα έπαιρναν μετά) άρχιζε ένα δάσος. Έτρεξε προς τα κει και εξαφανίστηκε πίσω από ένα θάμνο, παραδομένη σε μια αίσθηση ευφορίας. (Πρέπει να είναι κανείς μόνος για να αισθανθεί σε όλη της την έκταση τη χαρά που προξενεί η παρουσία του αγαπημένου προσώπου.) […]

Μετάφραση: Γιάννη Η. Χάρη

The Hitchhiking Game (2008) - Ταινία Μικρού Μήκους

Η ταινία μικρού μήκους The Hitchhiking Game (Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ), μεταφέρει στον κινηματογράφο το ομότιτλο διήγημα του Κούντερα, σημειώνοντας το σκηνοθετικό ξεκίνημα του Ντάριαν Λέιν (Darian Lane), ο οποίος υπογράφει και το σενάριο. Κυκλοφόρησε το 2008, με πρωταγωνιστές τον ίδιο, μαζί με την Laura Clery και τον Luigi Marchese.

Η ελάχιστη υπηρεσία που ένας συγγραφέας μπορεί να προσφέρει στα έργα του: να σκουπίσει ολόγυρα τους.
Μίλαν Κούντερα
Η Τέχνη του Μυθιστορήματος
Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ - Φωτογραφικό Πορτρέτο του Μίλαν Κούντερα
Play Video about Τo Παιχνίδι τού Ωτοστόπ - Φωτογραφικό Πορτρέτο του Μίλαν Κούντερα
Τυπωθήτω | Print

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η χρήση του υλικού, όπου δεν αναφέρονται ή υπονοούνται δικαιώματα τρίτων (όπως π.χ. των φωτογραφιών ή των οπτικοακουστικών αρχείων – με την εξαίρεση βέβαια όσων ανήκουν στην «Καλλιέργεια»), είναι απολύτως ελεύθερη. Η διάδοση του, ενδεχομένως, χρήσιμη.

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Μετάβαση στο περιεχόμενο