Ο Στρατής Θαλασσινός Ανάμεσα στους Αγάπανθους

Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους - Γιώργος Σεφέρης, Φωτογραφικό Πορτρέτο του Ποιητή
Φωτογραφικό Πορτρέτο του Ποιητή

Το ποίημα Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους  γράφτηκε από τον νομπελίστα Έλληνα ποιητή Γιώργο Σεφέρη (1900, Σμύρνη – 1971, Αθήνα) στο Τράνσβααλ της Νότιας Αφρικής, το 1942.

Εκεί βρέθηκε, ακολουθώντας ως διπλωματικός υπάλληλος την αυτοεξόριστη ελληνική κυβέρνηση, μετά την Γερμανική εισβολή και κατοχή της Ελλάδας. Περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή του Σεφέρη Ημερολόγιο Καταστρώματος Β´, η οποία τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (ιδιωτική έκδοση), το 1944.

Σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του Σεφέρη, ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, ο Στρατής Θαλασσινός, δεν είναι παρά μια περσόνα του ίδιου του ποιητή.

Κατά την δική μας άποψη, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι ο Γιώργος Σεφέρης η περσόνα του Στρατή Θαλασσινού, την οποία ο τελευταίος επινόησε για να αντιδιαστείλει τον επαγγελματία διπλωμάτη στον ποιητή.

Γ. Σεφέρης - Ο Στρατής Θαλασσινός Ανάμεσα στους Αγάπανθους

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι’ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω —
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα ’λεγες είναι φορτωμένοι σ’ ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τ’ ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ’ ένα γαλάζιο καπνό
μ’ ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ’ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;
—«Βοηθήστε μας!»—
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ’42

Ποίημα από την συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Β´(1944)

Τυπωθήτω | Print

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η χρήση του υλικού, όπου δεν αναφέρονται ή υπονοούνται δικαιώματα τρίτων (όπως π.χ. των φωτογραφιών ή των οπτικοακουστικών αρχείων – με την εξαίρεση βέβαια όσων ανήκουν στην «Καλλιέργεια»), είναι απολύτως ελεύθερη. Η διάδοση του, ενδεχομένως, χρήσιμη.

ΕΝΟΤΗΤΑ

Μετάβαση στο περιεχόμενο