Ο Απολυμαντής! - Ένα Διήγημα του Γουίλιαμ Μπάροουζ

Ο Απολυμαντής! - Φωτογραφικό Πορτρέτο του Γουίλιαμ Μπάροουζ
Φωτογραφικό Πορτρέτο του Γουίλιαμ Μπάροουζ

Το διήγημα Ο Απολυμαντής! του Γουίλιαμ Μπάροουζ (William S. Burroughs – 5 Φεβρουαρίου 1914 – 2 Αυγούστου 1997) ανήκει στην ομότιτλη συλλογή διηγημάτων (Exterminator!) του συγγραφέα, που κυκλοφόρησε το 1973 από τον εκδοτικό οίκο Viking Press.

Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ υπήρξε γόνος μιας πάμπλουτης οικογένειας, μιας και ο παππούς του William Seward Burroughs I ήταν ο ιδρυτής της μετέπειτα Burroughs Corporation, της κυρίαρχης παγκοσμίως εταιρείας στην παραγωγή αριθμομηχανών.

Ο εγγονός Γουίλιαμ Μπάροουζ κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες για να εξευτελίσει το οικογενειακό όνομα και ως έναν βαθμό τα κατάφερε αφού:

  • υπήρξε δεδηλωμένος ανοιχτά ομοφυλόφιλος, τουλάχιστον από το 1959, χρονιά της δημοσίευσης του αριστουργηματικού του μυθιστορήματος Naked Lunch (Γυμνό γεύμα) – όταν η ομοφυλοφιλία θεωρείτο ανωμαλία και οι ομοφυλόφιλοι υποκείμενα του κοινού ποινικού δικαίου
  • ήταν συνεπέστατος ηρωινομανής μέχρι τα βαθιά του γεράματα
  • παντρεύτηκε, παρά την θέληση των γονιών του, την Εβραία Ίλζε Κλάππερ (Ilse Klapper, née Herzfeld, 1900–1982), την οποία γνώρισε στην Βιέννη όπου κρυβόταν από το Ναζιστικό καθεστώς και δίχως να έχουν σχέση, τέλεσαν το μυστήριο στην Κροατία, ώστε εκείνη να εξασφαλίσει την είσοδο (και να γλυτώσει την ζωή της) στις ΗΠΑ
  • τέλεσε και δεύτερο γάμο, αυτήν την φορά με την Τζόαν Βόλμερ Άνταμς (Joan Vollmer, 4 Φεβρουαρίου 1923 – 6 Σεπτεμβρίου 1951), την οποία και σκότωσε κατά την διάρκεια μιας ατυχούς αναπαράστασης της γνωστής σκηνής με τον Γουιλιέλμο Τέλλο και τον αγαπητό του υιόν με το μήλο στο κεφάλι

Κατά τα λοιπά, υπήρξε εξέχον μέλος του πυρήνα της μπητ γενιάς, γράφοντας σημαντικότατα μυθιστορήματα, όπως τα Junky (Τζάνκι), Naked Lunch (Γυμνό γεύμα), Cities of the Red Night (Οι Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας), την ημιαυτοβιογραφική νουβέλα Cobble Stone Gardens (Λιθόστρωτοι Κήποι), κ.α., επαναφέροντας και αξιοποιώντας με τον δημιουργικότερο τρόπο την παλιά Ντανταϊστική τεχνική (και) γραφής Découpé (Cut-Up).

Για τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο οποίος ανήκει στους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, έχουμε την εδραία πεποίθηση, πως εάν αντί για την άτυχη Τζόαν Βόλμερ, είχε πυροβολήσει τον πυροβολητή, δικαίως θα αποσπούσε ένα βραβείο Νόμπελ – ή έστω ένα βραβείο Λένιν.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (1/6)

«Θέλετε βοήθεια;»
Τον καιρό του πολέμου δούλευα για την Εταιρεία Απολυμάνσεων Έι Τζέι Κόεν ισόγειο γραφείο αδιέξοδο δίπλα στο ποτάμι. Ο μεγαλύτερος απ’ τα τέσσερα αδέλφια ήταν ένας γερο-Εβραίος με ψυχρά ύπουλα γκρίζα μάτια κι ένα πούρο μόνιμα κολλημένο στο στόμα του. Ο μικρότερος ο Μαρβ φορούσε μπουφάν είχε τρία παιδιά. Ήταν κι ένας ήρεμος καλοντυμένος αδελφός σπουδασμένος στο κολλέγιο. Ο τέταρτος αδελφός μεγαλόσωμος και μυώδης έμοιαζε χορευτής του παλιού καιρού μερικές φορές ξερνούσε μέσα απ’ τα σωθικά του έν’ απαίσιο μουγκρητό «Μάνα μου μανούλα μου» κι εμείς παρακαλούσαμε να μην το κάνει. Τα βράδια όταν έκλεινε το γραφείο αυτά τα δυο αδέλφια έστηναν άγριο καυγά έτσι δίχως αιτία. Έβλεπα το μεγάλο αδελφό να ξεκολλάει το πούρο απ’ το στόμα του και με μικρά σερνάμενα βήματα να προχωράει καταπάνω στο σκερτσόζο αδελφό του.
«Θες να σε φτύσω τη μούρη; Θες; Θες ρε; Θες;»
Ο αδελφός με τα θεατρινίστικα καμώματα τραβιόταν πίσω ρίχνοντας μπουνιές στον αέρα δέρνοντας οπτασίες αόρατες για τα δικά μου τα μη εβραίικα μάτια. Νόμιζα πως είναι παντοδύναμες Εβραίες μανάδες που τις καλούσε ο μεγάλος αδελφός να βγουν απ’ το σκοτάδι. Πολλές φορές έμενα μ’ ανοιχτό το στόμα να βλέπω εκείνη την τελετουργία ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα τιναχτεί το σαλιωμένο πούρο αλλά τέτοιο πράμα δεν έγινε ποτέ. Ύστερ’ από λίγο κουβεντιάζανε ήρεμα και τσεκάρανε τα δελτία απολύμανσης καθώς γύριζαν οι απολυμαντές.
Απ’ την άλλη ο μεγάλος αδελφός ποτέ δεν τσακωνόταν με τους απολυμαντές του. «Γι’ αυτό έχω το πούρο» έλεγε, το πούρο ήταν γι’ αυτόν πηγή μαγικής ηρεμίας.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (2/6)

Πήγαινα με το δικό μου αυτοκίνητο μια μαύρη Φόρντ V8 και δούλευα μόνος μου ανεβοκατεβαίνοντας ένα σωρό σκάλες φορτωμένος με τον ψεκαστήρα μου για τους κοριούς, τα εντομοκτόνα, τα φυσερά και τις αμπούλες φθοριδίου.
«Απολυμαντής! θέλετε βοήθεια;»
Ένας χοντρός χαμογελαστός Κινέζος μας έδινε λίγο λίγο το εντομοκτόνο —δε βρισκόταν εύκολα τον καιρό του πολέμου και μας έλεγε να βάζουμε φθορίδιο όχου μπορούμε. Εγώ προσωπικά προτιμώ να δουλεύω μ’ εντομοκτόνο κι όχι με φθορίδιο. Με το εντομοκτόνο σκοτώνεις αμέσως τις κατσαρίδες εκεί μπροστά στο θεό και τον πελάτη ενώ μ ’ αυτά τα νερωμένα φάρμακα και το φθορίδιο που αφήνεις πίσω σου κάμποσες μέρες μετά όπως μου ’πε ένας εργάτης απ’ το νότο «Τα τρώνε και γυρνάνε μετά χοντρές σαν γελάδες».
Από μεγάλη απόσταση βλέπω μιαν ήσυχη απόμακρη γειτονιά φυσάει αέρας μελαγχολική μέρα μ ’ απριλιάτικη λιακάδα το κρύο πιρουνιάζει τον απολυμαντή σας που ανεβαίνει την άχαρη ξύλινη εξωτερική σκάλα.
«Απολυμαντής κυρία. θέλετε βοήθεια;»
«Έλα μέσα νεαρέ να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι. Πιρουνιάζει αυτός ο αέρας»,
«Πιρουνιάζει δε λες τίποτα, κυρούλα. με σφάζει σαν ξυράφι και δεν είμαι καλά ξέρετε/ βήχας/».
«Μου θυμίζεις τον αδελφό μου τον Μάικελ Φέννυ».
«Έχει πεθάνει;»
«Πάει καιρός τώρα απριλιάτικη μέρα σαν κι αυτή ο ήλιος να πέφτει
παγερός σ ‘ ένα αδύνατο αγόρι με φακίδες που πέρασε τούτη την πόρτα
όπως κι εσύ. Του ‘φτιαξα ζεστό τσαγάκι. Οταν του το ’φερα είχε φύγει». Έδειξε με το χέρι της τον άδειο μουντό ουρανό. «Παγωμένο τσάι καθόταν εκεί ακριβώς που κάθεσαι κι εσύ τώρα». Είπα κι εγώ λοιπόν πως η γριά μάγισσα άξιζε τον κόπο να ρίξω εντομοκτόνο ό,τι κι αν έλεγε ο χοντροκινέζος. Έσκυψα προς το μέρος της πολύ διακριτικά.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (3/6)

«Κατσαρίδες είναι κυρία Μάρφυ;»
«Είν’ από κείνους τους Εβραίους από κάτω»
« Ή μήπως είναι σι διπλανοί οι μετανάστες κυρία Μάρφυ;» Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Σίγουρα, άσε που είναι το ίδιο σιχαμένες και οι ιρλανδέζικες κατσαρίδες»
«Είν’ ωραίο το τσάι σας κυρία Μάρφυ… Βέβαια θα τις κανονίσω τις κατσαρίδες σας… Α όχι μη μου λέτε πού είναι… Βλέπετε το ξέρω κυρία Μάρφυ… έχω πείρα σ ’ αυτά… Και δε σας κρύβω κυρία Μάρφυ πως μ’ αρέσει η δουλειά μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό που κάνω».
«Άκου να σου πω ήρθαν κάτι υπάλληλοι της απολύμανσης απ’ το Δήμο κι άφησαν κάμποση άσπρη σκόνη τις τραβάει τις κατσαρίδες όπως το ουίσκι τον παπά».
«Φτηνοπράματα κυρία Μάρφυ. Αυτό που άφησαν είναι φθορίδιο. Οι κατσαρίδες το συνηθίζουν και μαστουρώνουν με το φθορίδιο. Αμα τους το πάρεις ξαφνικά γίνονται πολύ επικίνδυνες… Να ‘μαστε λοιπόν…»
Είδα μια καφετιά χαραμάδα κάτω απ’ το νεροχύτη της κουζίνας έχωσα μέσα το φυσερό μου κι έριξα μια δόση απ’ την πολύτιμη κίτρινη σκόνη. Σαν να ‘χαν ακούσει το στερνό σάλπισμα ταυ θανάτου έβγαιναν οι κατσαρίδες κι έσκαζαν στο πάτωμα όλο σπασμούς.
«Εγώ ποτέ μου δε θα ‘κανα τέτοιο πράμα!» λέει η κυρία Μάρφυ και με κρατάει καθώς πάω να δώσω τη χαριστική βολή… «Μην τις ξαναχτυπάς. Άσ’ τες να ψοφήσουν».
Όταν τελειώνουν όλα σκουπίζει γεμίζει το φαράσι με τις κατσαρίδες και τις ρίχνει στη σόμπα με τα ξύλα και μου δίνει άλλο ένα φλιτζάνι τσάι.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (4/6)

Όσο για τους κοριούς υπάρχει ο κανονισμός της υγειονομικής υπηρεσίας που απαγορεύει να ψεκάζουμε τα κρεβάτια κι εκεί ακριβώς βρίσκονται σι κοριοί τις περισσότερες φορές τώρα βέβαια αν βρούμε κανένα παλιό ξύλινο σπίτι γεμάτο κοριούς χαμένους στα ξύλα του γενιές και γενιές τό μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δουλεψουμε με κάπνισμα κι αναθυμιάσεις… Να τη λοιπόν η κυρούλα μ’ ένα ποτήρι γλυκό κρασί τα κρεβάτια της αναποδογυρισμένα κι έτοιμα…
Την κοιτάζω πάνω από το σιροπιαστό κόκκινο κρασί… «Κυρία δεν τα ψεκάζουμε τα κρεβάτια. Ο κανονισμός της υγειονομικής ξέρετε».
«Δηλαδή δε σου φτάνει το κρασί;»
Ξανάρχεται μ’ ένα τσαλακωμένο δολάριο. Πιάνω δουλειά λοιπόν… κοριοί μεγάλα κόκκινα τσαμπιά από δαύτους στα στρωματσόπανα. Ανακατεύω λίγη φορμαλδεΰδη με την κεροζίνη μου μέσα στον ψεκαστήρα είναι πιο υγεινό έτσι κι όταν μπλέκουμε σε καυγά με κανένα νταβατζή στα νέγρικα μπουρδέλα που πάμε να δουλέψουμε πιτσιλάμε τον τύπο με φορμαλδεΰδη στη μούρη κι έρχεται στα συγκαλά του. Μερικές φορές πάλι βρίσκουμε τις Εβραίες γιαγιάδες χωμένες για τα καλά στα πίσω δωμάτια παρέα με τους κοριούς τους και πρέπει ν’ ανοίξουμε την πόρτα με το ζόρι μαζί με τη νεότερη γενιά τον ήρεμο σπουδασμένο στο κολλέγιο Εβραίο που το γυρίζει σε μπάτσο της δίωξης ναρκωτικών όσο περιμένουμε.
«Εντάξει γιαγιάκα, άνοιξε! Ήρθε ο απολυμαντής».
Βάζει τις φωνές στα εβραϊκά δεν έχει κοριούς εδώ μπαίνουμε μέσα
με το ζόρι αναποδογυρίζω τα κρεβάτι… Θεέ μου χιλιάδες από δαύτους
χοντροί και κατακόκκινοι παρέα με τη γιαγιάκα κι όταν αρχίζω το
ψέκασμα στενάζει και βογγάει λες και βλέπει την Γκεστάπο να σκοτώνει τη θυγατέρα της κοπέλα τής παντρειάς αρραβωνιασμένη μ’ οδοντογιατρό.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (5/6)

Είναι και κάτι θεόφτωχες οικογένειες που ζουν μέσα στους κοριούς και δεν αφήνουν να μπει απολυμαντής να καθαρίσει.
«Αν χρειαστεί θα τους κολλήσουμε στη μούρη την κλήση της υγειονομικής» είπε ο σπουδασμένος στο κολλέγιο αδελφός… «Αυτή τη φορά θα ‘ρθω κι εγώ μαζί σου. Μπες στ’ αυτοκίνητο».
Δε μας άφηναν να μπούμε αλλά εκείνος ήταν ήρεμος και σταθερός. Στο τέλος μάς άνοιξαν μουρμουρίζοντας σαν κατσουφιασμένα φανταράκια τρομαγμένα απ’ τις φωνές των γαλονάδων. Λοιπόν μου ‘πε τι να κάνω και το ‘κανα. Όταν κάθισε στο τιμόνι ψυχρός μουντός κι απόμακρος είπε «Οι συνηθισμένοι πουτανιάρηδες. Έτσι είναι οι κωλογαμημένοι».
Σανατόριο για φυματικούς στα περίχωρα της πόλης… υγρά μουντά υπόγεια σκόνη φθοριδίου ολόγυρα λεκέδες από αλοιφή φωσφόρου στους τοίχους… απαίσια μυρουδιά απ’ τα φαγητά του νοσοκομείου… βαριά μπροστινή πόρτα με σκούρα τζάμια… Παράξενο ποτέ μου δεν είδα αρρώστους εκεί πέρα αλλά δε μ ‘ αρέσει να ρωτάω πολλά. Κάνω τη δουλειά μου και φεύγω το ψωμί μου προσπαθώ να βγάλω…
Θυμάμαι εκείνο τον επιστάτη που έβαλε τα κλάματα γιατί είπα σκατά μπροστά στη γυναίκα του δεν το ‘πα εγώ όμως αλλά εκείνος ο Ουόγκνερ που ήταν ξεκωλιάρης κι αδύνατος με πρησμένους καρπούς και κολλημένα κιτρινιάρικα μαλλιά… κι εκείνα τα καπνίσματα με το θειάφι κάτω απ’ το τραπέζι που το ‘κανα όταν είχα ρεπό…
Νεαρή Εβραία προϊσταμένη εκεί πέρα «Καλύτερα να μη μιλάμε για την εταιρεία. Έτσι κι αλλιώς η εταιρεία βγάζει ένα σωρό λεφτά. Θα σου φέρω ένα ουίσκι». Ακούς εκεί και μόλις είχα πιει γλυκό κρασί. Κανονίζω λοιπόν τη δουλειά με το θειάφι για τα πέντε πεντοδόλαρά της και μου παίρνει κάπου δυο ώρες πρέπει να σφραγίσω όλα τα παράθυρα και την πόρτα και μετά ν’ αφήσω ένα 24ωρο τις αναθυμιάσεις να κάνουν όλη τη δουλειά.

Γουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής! (6/6)

Μια φορά εγώ κι ο ήρεμος αδελφός πήγαμε, να κανονίσουμε μια πολύ σπέσιαλ δουλειά κάπνισμα αναθυμιάσεις θειάφι κτλ… «Αυτός ο τύπος είναι μεγάλος τρελάρας… έχω έρθει εδώ πέρα κάμποσες φορές.. λέει πως έχει ποντίκια κάτω απ’ το σπίτι… Πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει».
Βγάζει λοιπόν ένα από κείνα τα τσίγκινα φυσερά του γεμάτο σκόνη υδροκυάνιο κι εγώ πρέπει να σουρθώ κάτω απ’ το σπίτι μες στις αράχνες και τα οπασμένα γυαλιά να βρω τις ποντικότρυπες και να ρίξω μέσα το υδροκυάνιο.
«Πρόσεχε εκεί κάτω είπε ο συνήθως ατάραχος αδελφός. «Αν δε βγεις σε δέκα λεπτά θα ‘ρθω να δω τι γίνεσαι.
Μ’ άρεσε να δουλεύω στο υπόγειο του καφενείου τεράστιο σκοτεινό υπόγειο να μη βλέπεις το τέλος του άσπρη σκόνη ολόγυρα καθώς ψαχουλεύω τ’ αραβουργήματα από φθορίδιο πάνω στον τοίχο.
Δουλεύαμε και σ’ ένα παλιό φανταχτερό ξενοδοχείο δωμάτια με ρόζ ταπετσαρία λευκώματα με φωτογραφίες «Να εκεί αριστερά είμαι εγώ». Το αφεντικό κάνει κάθε τόσο το κόλπο του μαζεύει γύρω του τους υπαλλήλους και τρώει αρσενικό, τόσο καιρό μέσα σ’ αυτό το γραφείο ν’ αναπνέει τη σκόνη το αρσενικό τού φέρνει απλά ένα κοκκίνισμα οτα χλωμά μαλακά του μάγουλα σαν να ‘ναι βαλσαμωμένος. Έχει κι ένα ποντικάκι του ‘βγαλε όλα τα δόντια το ταΐζει γάλα… το ποντίκι είναι τώρα πολύ ήμερο κι αγαπησιάρικο.
Κόλλησα σ’ αυτή τη δουλειά κάπου εννιά μήνες. Ρεκόρ για μένα και τις δουλειές μου. Έφυγα κι άφησα εκεί πέρα τον κατσούφη γέρο-Εβραίο με το πούρο του τον χοντροκινέζο να ξαναχύνει στο βαρέλι το εντομοκτόνο μου. Δώσαμε τα χέρια μ’ όλα τ’ αδέλφια όταν έφυγα. Μακρινή φωνή αντηχεί στους λιθόστρωτους δρόμους ξεχύνεται απ’ όλα τα σκοτεινά υπόγεια ως τις εξωτερικές σκάλες στον αέρα και το μουντό ουρανό.
«Απολυμαντής!»

Μετάφραση: Νίκος Μπαλής

Burroughs: The Movie (1983) - Ντοκιμαντέρ

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν τι συμβαίνει γύρω τους. Αυτό είναι το κύριο μήνυμα μου στους συγγραφείς: «Για όνομα του Θεού, κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά. Παρατηρήστε τι συμβαίνει γύρω σας.»
Γουίλιαμ Μπάροουζ
Έφη
Ο Απολυμαντής! - Φωτογραφικό Πορτρέτο του Γουίλιαμ Μπάροουζ
Αναπαραγωγή Βίντεο

Στο βίντεο παρουσιάζεται η συζήτηση μεταξύ των Aaron Brookner, Tom DiCillo, Τζιμ Τζάρμους, και James Grauerholz, που έλαβε χώρα στα πλαίσια του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Νέας Υόρκης, (2014 – διοργάνωση του Film at Lincoln Center), με αφορμή την επαναπαρουσίαση του ντοκυμαντέρ Burroughs: The Movie (1983).

Ο Aaron Brookner, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, μετά από μεγάλο αγώνα ώστε να βρεθεί και αποκατασταθεί η κόπια, ήταν ο εμπνευστής της επαναπαρουσίασης του φιλμ, το οποίο είχε σκηνοθετήσει ο θείος του Howard Brookner (1954 – 1989). Ο Tom DiCillo ήταν ο οπερατέρ, ενώ ο Τζιμ Τζάρμους ο ηχολήπτης. Ο James Grauerholz είναι ο εκτελεστής της λογοτεχνικής κληρονομιάς του Γουίλιαμ Μπάροουζ.

Share on print
Τυπωθήτω | Print

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η χρήση του υλικού, όπου δεν αναφέρονται ή υπονοούνται δικαιώματα τρίτων (όπως π.χ. των φωτογραφιών ή των οπτικοακουστικών αρχείων – με την εξαίρεση βέβαια όσων ανήκουν στην «Καλλιέργεια»), είναι απολύτως ελεύθερη. Η διάδοση του, ενδεχομένως, χρήσιμη.

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin
Share on tumblr
Share on reddit
Share on stumbleupon
Share on email

ΕΝΟΤΗΤΑ

Μετάβαση στο περιεχόμενο